ἐκβρασμός

ἐκβρασμός
-οῦ N 2 0-0-1-0-0=1 Na 2,11
trembling, shaking; neol.

Lust (λαγνεία). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • εκβρασμός — ἐκβρασμός, ο (Α) 1. το έκβρασμα 2. κλονισμός, σάλος …   Dictionary of Greek

  • ἐκβρασμός — trembling masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εκβρασμός — ο το έκβρασμα (βλ. λ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐκβρασμούς — ἐκβρασμός trembling masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκβρασμόν — ἐκβρασμός trembling masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”